Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς - Ἡ ἐορτή τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἡ Ἔκχυση τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.
Δοκιμιογραφεί ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης.
Μέσα στὴν ἀπέραντη σιωπὴ, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία ψηλαφεῖ τὸ σκοτάδι τῆς ἀπωλείας, μία παράδοξη βοὴ ἔρχεται νὰ συνταράξει τὰ θεμέλια τῆς ὕπαρξης. Τότε ἀκριβῶς, ἡ θεία ἀγάπη ἐφευρίσκει τὸν πιὸ συγκλονιστικὸ τρόπο γιὰ νὰ διαρρήξει τὰ δεσμὰ τῆς ἱστορίας. Μέσα στὴν ἀπόλυτη σιωπὴ ἑνὸς κλειδωμένου ὑπερώου, ἐκεῖ ὅπου ὁ φόβος έχει παγώσει τὴν ἀνάσα τῶν μαθητῶν, εἰσβάλλει ξαφνικὰ μία βίαιη πνοὴ οὐρανοῦ. Ἡ Πεντηκοστὴ ἀνατέλλει ὡς τὸ ἀπόλυτο ἔαρ τῆς κτίσεως, μία πύρινη καταιγίδα ποὺ δὲν κατακαίει τὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ τὴ μεταμορφώνει σὲ Φῶς. Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς γίνεται ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάσα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ αἰώνιο σκίρτημα τῆς ἐλευθερίας του.
Οἱ μαθητές, κλεισμένοι «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», βρίσκονται σὲ μία κατάσταση πνευματικῆς προσμονῆς, ἀλλὰ καὶ ἀνθρώπινης ἀγωνίας. Καὶ ξαφνικά, πύρινες γλῶσσες διαμερίζονται καὶ κάθονται πάνω στίς κεφαλές τους. Αὐτὸ τὸ πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς μεταβάλλει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ μία ἀνέσπερη λαμπάδα. Στὴν Ἁγία Γραφή, ἡ φωτιὰ συχνὰ συνδέεται μὲ τὴν κρίση, ὅμως ἐδῶ, στὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γίνεται τὸ τρυφερὸ χάδι τοῦ Δημιουργού.
«Καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου ἀποφθέγγεσθαι αὐτοῖς».
Τὸ θαῦμα τῆς «γλωσσολαλιᾶς» ἀποτελεῖ τὴν ἀντίστροφη πορεία τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ. Ἐκεῖ ὁ ἐγωισμὸς ἐπέφερε τὴ σύγχυση καὶ τὸ διαχωρισμό, ἐνώ ἐδώ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προσφέρει τὴν ἑνότητα μέσα ἀπὸ τὴν ποικιλομορφία. Οἱ ἄνθρωποι, ἂν καὶ μιλοῦν διαφορετικὲς διαλέκτους, συνεννοοῦνται ἀπόλυτα, διότι ἡ γλῶσσα τοῦ Πνεύματος εἶναι ἡ γλῶσσα τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης. Εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς καταργεῖ τὴν ἀπομόνωση καὶ προσκαλεῖ τὴν οἰκουμένη σὲ ἕνα κοινό, συμπαντικὸ δεῖπνο κοινωνίας.
Ἡ Πεντηκοστὴ σηματοδοτεῖ τὴν ἐπίσημη φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας. Ἡ Ἐκκλησία γεννιέται ὄχι ὡς ἕνας ἀνθρώπινος ὀργανισμός, ἀλλὰ ὡς τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ζωοποιεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ὁ Παράκλητος εἶναι «ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός». Αὐτὸς συγκροτεῖ ὅλο τὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας, μεταμορφώνοντας τοὺς ἁπλοὺς ψαράδες σὲ σοφοὺς διδασκάλους καὶ τοὺς διῶκτες σὲ μάρτυρες.
Μέσα στὸ σῶμα αὐτό, ὁ κάθε πιστὸς λαμβάνει τὰ προσωπικά του χαρίσματα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χωρίς νά ἰσοπεδώνει τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀναδεικνύει στὴν αὐθεντική της μορφή. Ὅπως τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, περνώντας μέσα ἀπὸ ἕνα πολύχρωμο βιτρό, αναδεικνύει κάθε πτυχή του, ἔτσι καὶ τὸ Πνεῦμα φωτίζει τὴν ἰδιαιτερότητα κάθε ψυχῆς, συνθέτοντας μία πνευματικὴ συμφωνία ὀμορφιᾶς καὶ χάριτος.
Τὸ μυστήριο τῆς ἡμέρας αὐτῆς ἐπεκτείνεται πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου. Ἡ Πεντηκοστὴ βιώνεται στὸ παρὸν κάθε φορὰ ποὺ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου μετανοεῖ, κάθε φορὰ ποὺ σπάει τὰ δεσμὰ τοῦ «ἐγώ» γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Ἅλλο. Εἶναι μία συνεχὴς πρόσκληση νὰ γίνουμε «θεοφόροι», νὰ ἐπιτρέψουμε στὴ θεία αὔρα νὰ καθαρίσει τὰ σκοτάδια τῶν παθῶν μας.
Καθὼς ὁ κόσμος γύρω μας συχνὰ βυθίζεται στὴν παγωνιὰ τῆς ἀδιαφορίας, ἡ φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς παραμένει ἀνέσπερη. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ὕπαρξή μας εἶναι πλασμένη γιὰ τὰ ὑψηλά, γιὰ τὸ Φῶς καὶ τὴν ἀθανασία. Ἄς ἀνοίξουμε, λοιπόν τὰ παράθυρα τῆς ψυχῆς μας στὸν πνευματικὸ αὐτὸν ἄνεμο, ὥστε νὰ ἀναγεννηθοῦμε καὶ νὰ πλημμυρίσουμε ἀπὸ τὴν ἀπέραντη χαρὰ τῆς θείας παρουσίας.
Μέ ἀδελφική ἀγάπη,
Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς
Κατά Ἰωάννην* (ζ' 37-52, η' 12).
ζ' 37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.
38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.
39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.
40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης·
41 ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται;
42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται;
43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν.
44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας.
45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;
46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος.
47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε;
48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων;
49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι!
50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν·
51 μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ;
52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.
η΄ 12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.
* Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ τετάρτου Εὐαγγελίου, τριῶν Καθολικῶν Ἐπιστολῶν καί τῆς Ἀποκαλύψεως. Φέρεται ὡς ὁ «ἀγαπημένος μαθητής» τοῦ Χριστοῦ. Στό ἔργο του τονίζει περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, γι' αὐτό καὶ ὀνομάζεται συχνά «Ἀπόστολος τῆς Ἀγάπης». Στήν ἁγιογραφία τόν βλέπουμε συνήθως νά συνοδεύεται ἀπό ἕναν ἀετό, ἕνα σύμβολο πού φανερώνει τό ὑψηλό πνευματικό νόημα τῶν κειμένων του.


