Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς - Κυριακή τοῦ παραλύτου - Σύντομη ἐρμηνεία.
Δοκιμιογραφεί ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης.
Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου.
Κατά Ἰωάννην* (ε' 1-15).
1. Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα.
2. ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα.
3. ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν.
4. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐτάρασσε τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι.
5. ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ.
6. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;
7. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.
8. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.
9. καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.
10. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον.
11. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.
12. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;
13. ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.
14. μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.
15. ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.
* Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ τετάρτου Εὐαγγελίου, τριῶν Καθολικῶν Ἐπιστολῶν καί τῆς Ἀποκαλύψεως. Φέρεται ὡς ὁ «ἀγαπημένος μαθητής» τοῦ Χριστοῦ. Στό ἔργο του τονίζει περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, γι' αὐτό καὶ ὀνομάζεται συχνά «Ἀπόστολος τῆς Ἀγάπης». Στήν ἁγιογραφία τόν βλέπουμε συνήθως νά συνοδεύεται ἀπό ἕναν ἀετό, ἕνα σύμβολο πού φανερώνει τό ὑψηλό πνευματικό νόημα τῶν κειμένων του.
Σύντομη ἐρμηνεία.
Στήν καρδιά τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐκεῖ πού οἱ πέντε στοές τῆς Βηθεσδά σκέπαζαν τόν ἀνθρώπινο πόνο, ὁ χρόνος ἔμοιαζε νά ἔχει παγώσει σέ μιά ἀτέρμονη καί βασανιστική προσμονή. Τριάντα ὀκτώ χρόνια, σχεδόν μιά ὁλόκληρη ζωή σμιλεμένη πάνω σέ ἕνα ταπεινό κρεβάτι, γιά μία ὕπαρξη πού μετροῦσε τά δευτερόλεπτα μέ τόν βαρύ παλμό τῆς ἀπογοήτευσης. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα σέ σώματα ταλαιπωρημένα καί ψυχές διψασμένες γιά λύτρωση, ἡ ἐλπίδα εἶχε καταντήσει ἕνας ψίθυρος πού πνιγόταν πρίν προλάβει νά ἀγγίξει τό ταραγμένο ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας. Ὁ Παράλυτος τῆς διηγήσεως εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ἀνθρώπινης ἐρημιᾶς, ὁ ἄνθρωπος πού κατοικεῖ στό μεταίχμιο ζωῆς καί θανάτου, περιμένοντας ἕνα θαῦμα πού πάντα ἔφτανε γιά κάποιον ἄλλον, ἀλλά ποτέ γιά τόν ἴδιο.
Ἡ φωνή τοῦ Παραλύτου ἀντηχεῖ στούς αἰῶνες ὡς ἡ πιό σπαρακτική κραυγή τῆς ἀνθρωπότητας: «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Αὐτή ἡ φράση ἀποκαλύπτει τήν οὐσία τῆς τραγωδίας του. Ἡ ἀσθένειά του ἦταν βαριά, ὅμως ἡ μοναξιά του ἦταν ἀσήκωτη. Σέ ἕναν κόσμο γεμάτο ἀπό πλήθη πού συνωστίζονται γιά τήν ἐπιτυχία καί τήν πρωτιά, ὁ πάσχων ἀδελφός μετατρέπεται σέ ἀόρατη σκιὰ. Ὁ ἀνταγωνισμός γιά τό «ταραγμένο ὕδωρ» εἶχε ἀκυρώσει τήν ἀγάπη, καθιστώντας τήν θεραπεία μιά ὑπόθεση ταχύτητας καί ὄχι εὐσπλαχνίας. Ὁ Χριστός πλησιάζει αὐτόν τόν ἄνθρωπο, ὡς ὁ μοναδικός ἀληθινός συμπαραστάτης, πού ἔρχεται νά καλύψει τό κενό τῆς ἀπουσίας κάθε ἄλλου.
Ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου, «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;», φαντάζει ἐκ πρώτης ὄψεως περιττή, ὅμως ἔχει ἕνα βαθύ θεολογικό ὑπόβαθρο. Ὁ Θεός σέβεται ἀπόλυτα τήν ἐλευθερία τοῦ πλάσματός Του. Ζητᾶ τήν συγκατάθεση τῆς θελήσεως γιά νά ἐνεργήσει ἡ Χάρη. Ὁ Παράλυτος, ἀντί γιά ἕνα ἁπλό «ναί», ἐκθέτει τό παράπονό του, δείχνοντας πώς εἶχε πλέον ἐναποθέσει τήν ἐλπίδα του σέ ἀνθρώπινα μέσα καί σέ τυχαῖες συγκυρίες. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὅμως ὑπερβαίνει τίς κινήσεις τοῦ ὕδατος. Μέ τήν προσταγή «ἔγειρε, ἆρον τόν κράβαττόν σου καί περιπάτει», ὁ Χριστός καταργεῖ τήν ἀκινησία δεκαετιῶν. Τό κρεβάτι, πού γιά χρόνια ἦταν τό σύμβολο τῆς φυλακῆς καί τῆς ἥττας του, μεταμορφώνεται τώρα σέ τρόπαιο νίκης καί ἀπόδειξη τῆς θείας δυνάμεως.
Ἡ συνάντηση στό Ἱερό, λίγο ἀργότερα, ὁλοκληρώνει τό μυστήριο τῆς ἰάσεως. «Ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε», συμβουλεύει ὁ Κύριος. Ἡ θεραπεία τοῦ σώματος εἶναι ἡ ἀπαρχή τῆς θεραπείας τῆς ψυχῆς. Ἡ ἁμαρτία ἐδῶ νοεῖται ὡς ἡ πνευματική παράλυση, ἡ ἀποξένωση ἀπό τήν πηγή τῆς Ζωῆς, πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ καταστάσεις χειρότερες ἀπό τήν σωματική ἀδράνεια. Ὁ Ἰησοῦς καλεῖ τόν θεραπευμένο νά διαφυλάξει τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας του, παραμένοντας σέ πνευματική ἐγρήγορση καί εὐχαριστιακή σχέση μέ τόν Δωρεοδότη.
Ἡ Κυριακή τοῦ Παραλύτου μᾶς προσφέρει τό μέγα μήνυμα τῆς ἐξόδου ἀπό τό τέλμα τῆς ἀτομικῆς μας ἀπελπισίας. Κάθε φορά πού νιώθουμε πώς «ἄνθρωπον οὐκ ἔχομεν», ὁ Χριστός στέκεται δίπλα μας, ἕτοιμος νά ταράξει τά λιμνάζοντα ὕδατα τῆς καρδιᾶς μας μέ τήν παρουσία Του. Ἄς ἀφήσουμε πίσω μας τήν κλίνη τῶν παθῶν καί τῆς μελαγχολίας, βαδίζοντας μέ θάρρος στόν δρόμο τῆς ἀρετῆς. Ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου παραμένει ζωντανή: ὁφείλουμε νά σηκώσουμε τό βάρος τοῦ παρελθόντος μας, ὄχι ὡς φορτίο, ἀλλά ὡς μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως πού συντελέστηκε μέσα μας, μεταμορφώνοντας τήν κάθε προσωπική μας Βηθεσδά σέ τόπο συνάντησης μέ τό αἰώνιο Φῶς.
Μέ ἀδελφική ἀγάπη,
Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης


