Απρίλιε καλώς όρισες.
Ο Απρίλιος έφτασε! Ο μήνας που ξεκινάει με αθώα ψέματα και καλαμπούρια, συνεχίζεται με άφθονα χαμόγελα και μας φέρνει την αληθινή άνοιξη. Ώρα να ανθίσουμε κι εμείς, μαζί με τη φύση γύρω μας! Καλό και δημιουργικό μήνα, γεμάτο θετική ενέργεια!
Με αφορμή την περίσταση, ανέσυρα ένα σύντομο δοκίμιο που έγραψα στο παρελθόν. Έχει θέμα τον ήρωα της ημέρας, τον μοναδικό Πινόκιο και το διδακτικό ταξίδι του, από... το πριονίδι στην ανάσα!
Από το πριονίδι στην ανάσα!
Δοκιμιογραφεί ο Δρ. Κωνσταντίνος Απ. Καραγιάννης
Στη μικρή σοφίτα του Τζεπέτο, η μυρωδιά από το πριονίδι και το ρετσίνι γινόταν ολοένα και πιο έντονη όσο κυλούσε η ημέρα. Ο Πινόκιο, καθισμένος στον πάγκο εργασίας, κοίταζε για μία ακόμη φορά απορημένος τα χέρια του. Ήταν όμορφα σκαλισμένα, με τέλειες ενώσεις, αλλά παρέμεναν αδρανή. Δεν ένιωθαν, ούτε τη ζεστασιά του ανοιξιάτικου ήλιου που έμπαινε από το παραθύρι, ούτε τη δροσιά του αέρα που περνούσε από τις χαραμάδες.
«Πατέρα», ρώτησε, «πότε θα σταματήσω να ακούγομαι σαν κούφιο ξύλο όταν περπατώ;»
Ο Τζεπέτο, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης, του χαμογέλασε, κρύβοντας επιμελώς τη θλίψη που έχουν εκείνοι που αγαπούν πραγματικά. «Όταν η καρδιά σου θα χτυπά πιο δυνατά από τη θέλησή σου για σκανδαλιές», του απάντησε.
Ο Πινόκιο ξεκίνησε για το σχολείο, αλλά ο δρόμος ήταν γεμάτος ψιθύρους. Συνάντησε την Αλεπού και τον Γάτο. Δεν ήταν απλώς απατεώνες. Ήταν οι καθρέφτες της δικής του αφέλειας. Του υποσχέθηκαν μια χώρα όπου τα δέντρα βγάζουν χρυσά νομίσματα και η διασκέδαση δεν τελειώνει ποτέ. Του υποσχέθηκαν απόλυτη ελευθερία και εύκολο πλουτισμό, χωρίς την παραμικρή ευθύνη και προσπάθεια. Ο Πινόκιο τους άκουσε και βρέθηκε στην πραγματικότητα, σε έναν λαβύρινθο απελπισίας.
Κάθε φορά που έλεγε ψέματα για να καλύψει τα λάθη του, η μύτη του μεγάλωνε και γινόταν η ξύλινη προέκταση της ενοχής του. Δεν ήταν η τιμωρία που τον πονούσε, αλλά το γεγονός ότι κάθε εκατοστό ξύλου που προστίθετο, τον απομάκρυνε από την αληθινή του φύση.
Η κορύφωση της περιπέτειάς του, δεν ήρθε στη Χώρα των Παιχνιδιών, όπου τα παιδιά έπαιζαν όλη μέρα χωρίς κανόνες και διάβασμα, με αποτέλεσμα να μεταμορφωθούν σε γαϊδουράκια. Ήταν στα σκοτεινά σωθικά της τεράστιας φάλαινας, η οποία κατάπιε τον Πινόκιο στη συνέχεια του απίθανου ταξιδιού του. Εκεί, μέσα στο ημίφως, συνάντησε ξανά τον Τζεπέτο. Ο γέρο-ξυλουργός ήταν πλέον αδύναμος, μα τα μάτια του έλαμψαν μόλις είδε μπροστά του τη μαριονέτα του.
Εκείνη τη στιγμή, ο Πινόκιο έπαψε να είναι μια κούκλα που αναζητά την απόλαυση. Έγινε ένας υπεύθυνος γιος που θα έκανε το πάν για τη σωτηρία του πατέρα του. Άναψε τη φωτιά και ανάγκασε τη φάλαινα να φταρνιστεί δυνατά, βγάζοντας από τα σωθικά της τους δύο ήρωες. Στη συνέχεια κολύμπησε κόντρα στα κύματα, κουβαλώντας τον Τζεπέτο στην πλάτη του, με τις ξύλινες αρθρώσεις του να τρίζουν από την υπερπροσπάθεια.
Όταν επιτέλους έφτασαν στην ακτή, ο Πινόκιο κατέρρευσε στην άμμο. Η Γαλάζια Νεράιδα εμφανίστηκε μέσα από την ομίχλη της αυγής. Η αυτοθυσία του Πινόκιο, έσωσε τελικά τον Τζεπέτο.
Το ξύλο άρχισε να μαλακώνει. Οι ρόζοι έγιναν δέρμα, το πριονίδι έγινε αίμα και το στήθος του άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό σταθερό. Ο Πινόκιο άνοιξε τα μάτια του και ένιωσε για πρώτη φορά την υγρασία της άμμου να αναμιγνύεται με τη ζεστασιά των δακρύων του.
Δεν ήταν πια μια τέλεια μαριονέτα. Ήταν ένα ατελές, εύθραυστο, μα τόσο ζωντανό αγόρι. Και αυτή, ήταν η μεγαλύτερη νίκη του.
Δρ. Κωνσταντίνος Καραγιάννης


