Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου.
Δοκιμιογραφεί ο Δρ. Κωνσταντίνος Καραγιάννης.
Στο μεταίχμιο δύο κόσμων, εκεί όπου το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης αγγίζει την απεραντοσύνη της Θεϊκής υπόστασης, συμβαίνει μία από τις σημαντικότερες συναντήσεις της ιστορίας. Η συνάντηση του Αρχαγγέλου του Θεού Γαβριήλ, με μία ταπεινή γυναίκα, ονόματι Μαριάμ.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η απαρχή της σωτηρίας μας, δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός που καταγράφεται στα Ευαγγέλια, ούτε μια εντυπωσιακή σκηνή θρησκευτικής τέχνης. Είναι το κοσμικό σημείο καμπής, όπου ο Θεός γέρνει προς τον άνθρωπο και ο άνθρωπος καλείται να γείρει προς το Θεό. Το βαθύτερο νόημά του δεν βρίσκεται στην παρουσία του Αρχαγγέλου, όσο λαμπρή κι αν είναι αυτή, ούτε καν στην υπόσχεση για τη γέννηση ενός Μεσσία. Βρίσκεται στην εκούσια συγκατάθεση μιας γυναίκας.
Στο πρόσωπο της Μαριάμ, ολόκληρη η ανθρωπότητα, με όλες τις ελπίδες, τους φόβους και τις προσδοκίες της, βρίσκεται μπροστά στο Θεό. Η επίσκεψη του Γαβριήλ δίνει την ευκαιρία για ελευθερία. Ο Θεός δεν επιβάλει τη θέλησή Του. Δεν καταλαμβάνει τη μήτρα της Θεοτόκου με τη βία. Ζητά την άδεια. Ζητά ένα «ναί». Και σε εκείνο το «ναί» της Μαριάμ, σε εκείνη την πράξη απόλυτης ελευθερίας, η ανθρωπότητα κάνει το πρώτο της βήμα προς την πραγματική απελευθέρωση.
Ο Ευαγγελισμός είναι η αποκατάσταση της σχέσης Θεού και ανθρώπου. Μετά την πτώση, ο άνθρωπος ζει σε μια κατάσταση αποξένωσης, σε μια προσπάθεια να βρει νόημα μακριά από την πηγή της ζωής. Η Μαριάμ, η «Κεχαριτωμένη», γίνεται η Νέα Εύα. Εκείνη που, με την υπακοή της, αναιρεί την ανυπακοή της πρώτης γυναίκας. Γίνεται η κλίμακα που ενώνει γη και ουρανό, η γέφυρα που επιτρέπει στο Θεό να έρθει κοντά μας.
Η Θεία Ενανθρώπηση, που ξεκινά ουσιαστικά τη στιγμή του Ευαγγελισμού, είναι το αποκορύφωμα της αγάπης του Θεού. Δεν στέλνει έναν Νόμο για να μας σώσει. Έρχεται ο Ίδιος. Γίνεται ένας από εμάς. Προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση μας για να τη θεραπεύσει και ακολούθως να τη θεώσει. Ο Λόγος γίνεται σάρκα, για να γίνει η σάρκα μας Λόγος.
Το «ναί» της Μαριάμ δεν είναι μια παθητική, μοιρολατρική αποδοχή. Είναι μια πράξη θάρρους, πίστης και ολοκληρωτικής εμπιστοσύνης. Γνωρίζει τους κινδύνους και τις κοινωνικές συνέπειες, διαισθάνεται ακόμη και τον πόνο που ακολουθεί. Και όμως, λέγει: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Με αυτά τα λόγια, ανοίγει την πόρτα του χρόνου στον Αιώνιο. Γίνεται η «Χώρα του Αχωρήτου», ο τόπος όπου το Άπειρο μπορεί και χωρά μέσα στα όρια μιας ανθρώπινης ύπαρξης.
Σήμερα, σε έναν κόσμο γεμάτο θόρυβο, αβεβαιότητα και απόγνωση, ο Ευαγγελισμός παραμένει το σύμβολο της ελπίδας. Μας θυμίζει ότι η σωτηρία δεν έρχεται από έξω, από κοσμικά αξιώματα ή τεχνολογικές προόδους. Έρχεται από μέσα, από την καρδιά που ανοίγεται στο Θεό. Μας καλεί να πούμε το δικό μας «ναί» στην αγάπη Του, να Τον αφήσουμε να γεννηθεί μέσα μας, να γίνει η πνοή της ζωής μας.
Ο Ευαγγελισμός συνιστά μια διαρκή πρόσκληση. Μια πρόσκληση να ανακαλύψουμε ότι, παρά την αδυναμία και την αμαρτωλότητά μας, είμαστε «κεχαριτωμένοι». Ότι ο Θεός μας αγαπά, με μια απέραντη αγάπη, που Τον οδήγησε να γίνει άνθρωπος και να υποφέρει για τη δική μας σωτηρία. Αυτό ίσως είναι το πιο συγκλονιστικό νόημα του Ευαγγελισμού: ότι η Ελπίδα γεννιέται στη σιωπή, στην ταπεινότητα, σε ένα δικό μας «ναί» που μας ανοίγει διάπλατα τις πύλες τόσο της επίγειας όσο και της επουράνιας ευτυχίας.



