Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς - Ἡ θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν - Σύντομη ἐρμηνεία.

 

 

 Δοκιμιογραφεί  Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης*.

"ναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε".

Κατά Λουκάν, (ιζ' 12-19).

"Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἰς τίνα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἷ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς- πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἳς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῇς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαρίστων αὐτῷ· Καὶ αὐτὸς ἢν Σαμαρείτης. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν: οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε". 

 

 

* Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἰατρός στό ἐπάγγελμα, κατηχήθηκε καί βαπτίσθηκε ἀπό τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν Παῦλο, τόν ὁποῖο συνόδευσε σέ πολλές ἀπό τίς περιοδεῖες του. Συνέγραψε τό τρίτο κατά σειρά Εὐαγγέλιο και ἦταν ὁ πρῶτος πού ζωγράφισε την εἰκόνα τῆς Θεοτόκου νά κρατάει στήν ἀγκαλιά της τό Χριστό.

Σύντομη ἐρμηνεία. 

Εἶναι φρικτό νά βλέπεις λεπρό. Ἕνα σῶμα καλυμμένο ὁλόκληρο, ἀπὸ τὴν κορφὴ ὡς τὰ νύχια, μὲ ἄσπρες κηλῖδες, πληγές, ποὺ στήν ἀρχὴ δημιουργοῦν φαγούρα κι ἔπειτα καῖνε σὰν φλόγα. Ἕνα σῶμα πού φθείρεται συνέχεια. Σύμφωνα μέ τόν Νόμο τοῦ Μωυσῆ, στούς λεπροὺς ἀπαγορευόταν νὰ ἔλθουν σ’ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Κι οἱ λεπροί, γιά νά ἐμποδίσουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους νά τοὺς πλησιάσουν, τοὺς φώναζαν ἀπὸ μακριά, μὲ τό μοναδικὸ ὄνομα πού ἀναφέρεται στόν Νόμο γι’ αὐτούς: «Ἀκάθαρτος!» Ἀπομακρύνονταν ἀπό τίς πόλεις καὶ τὰ χωριά καὶ ζοῦσαν χειρότερα κι ἀπὸ τὰ ζῶα, περιφρονημένοι καὶ ξεχασμένοι. Τοὺς λογάριαζαν νεκρούς, ἀλλ’ ἡ μοῖρα τους ἦταν χειρότερη κι ἀπὸ τῶν νεκρῶν.

Ἦταν δέκα λεπροί. Μιά μέρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας, τοῦ κάλλους καὶ τῆς δύναμης, πέρασε κοντὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα ῥάκη. Μόλις οἱ λεπροὶ κατάλαβαν πὼς δίπλα τους περνοῦσε Ἐκεῖνος, σήκωσαν τήν φωνή τους ἀπὸ μακριὰ καὶ εἶπαν: «Ἰησοῦ ἐπιστᾶτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Πῶς γνώριζαν οἱ ταλαίπωροι αὐτοὶ ἄνθρωποι γιά τόν Ἰησοῦ καὶ τήν δύναμη πού εἶχε νά τοὺς βοηθήσει, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἐπικοινωνία μέ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Θά πρέπει κάποιος ἀπὸ ἐκείνους πού τοὺς ἄφηνε ἀπὸ μακριὰ ψωμὶ στόν δρόμο, νά τοὺς εἶχε πληροφορήσει γιά τὰ νέα. Ἡ φήμη τοῦ νέου θαυματουργοῦ στόν κόσμο, ποὺ θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἐνδιαφέρει, θὰ πρέπει νά εἶχε φτάσει στ’ αὐτιὰ τους. Ὅλα τ’ ἄλλα πού γίνονταν στόν κόσμο, ὅπως οἱ ἀλλαγὲς τῶν ἀρχόντων κι οἱ πόλεμοι ἀνάμεσα στά ἔθνη, οἱ ἐορταστικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ πυρκαγιὲς κι οἱ σεισμοί, ὅλ’ αὐτὰ τοὺς ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορα. Τό μόνο πού θὰ σκέφτονταν ἦταν ἡ ἀθλιότητά τους καὶ ἴσως Ἐκεῖνος, θὰ μποροῦσε νά τοὺς ἀπαλλάξει ἀπό τίς πληγές καὶ νά τοὺς ντύσει μέ τόν ἔνδυμα τῆς ὑγείας. Ἄκουσαν γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ καὶ σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, ποὺ ὁ Κύριος θεράπευσε λεπροὺς σὰν κι ἐκείνους. Θὰ εἶχαν τήν μοναδική εὐκαιρία νά βρεθοῦν μπροστὰ στόν Κύριο.

Κάπου στήν ἄκρη τῆς πεδιάδας τῆς Γαλιλαίας, ἐκεῖ πού ὁ δρόμος ἀρχίζει ν’ ἀνηφορίζει πρὸς τήν Σαμάρεια, τόν περίμεναν. Καὶ νά ποὺ ἡ εὐτυχισμένη καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία πού περίμεναν τοὺς πλησίασε, ὄχι κατὰ τύχη, ἀλλά μέ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Εἶδαν τόν Χριστόν νά περνάει ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τοὺς μαθητὲς Του κι ἔκραξαν μέ μεγάλη φωνή: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς!». Γιατὶ τόν ὀνόμασαν Ἐπιστάτη; Ἐπειδή ἡ λέξη αὐτὴ εἶναι πιὸ ἐπιβλητικὴ ἀπὸ τό «Διδάσκαλος». Ἐπιστάτης δέν εἶναι μόνο ὁ Διδάσκαλος, ἀλλὰ ἐκεῖνος πού ἐποπτεύει, ποὺ καθοδηγεῖ, πού μέ τὰ λόγια, τό παράδειγμα καὶ τήν μέριμνά Του ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Γιατί τότε δέν τόν ὀνόμασαν «Κύριο», πού εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπιβλητικὴ λέξη ἀπὸ τό «πιστάτης»; Ἐπειδή δέν εἶχαν γνωρίσει ἀκόμα τήν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ.

Ἐλέησον ἡμᾶς, κραύγαζαν. «Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες δείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Καὶ καθὼς πήγαιναν στούς ἱερεῖς, στόν δρόμο καθαρίστηκαν. Σὲ προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρῶν, ὁ Κύριος ἔκτεινε τόν χέρι Του κι ἀκούμπησε τόν λεπρὸ λέγοντας: «Θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ». Τώρα ὅμως ὄχι μόνο δέν ἄγγιξε τοὺς λεπρούς, μὰ δέν τοὺς πλησίασε κἄν, ἦταν μακριὰ τους, ἀφοῦ, «ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνήν». Τοὺς μιλοῦσε ἀπὸ ἀπόσταση.

Γιατὶ ὁ Κύριος τοὺς ἔστειλε στούς ἱερεῖς; Ἐπειδή οἱ ἱερεῖς εἶχαν τό καθῆκον νά τοὺς κηρύξουν ἀκαθάρτους καὶ νά τοὺς ἀποκλείσουν ἀπὸ τὴν κοινωνία, ὅπως εἶχαν καὶ τό δικαίωμα νά δηλώσουν πώς εἶναι θεραπευμένοι καὶ καθαροί, γιά νά ξαναγυρίσουν κοντὰ στούς ἀνθρώπους. Οἱ δέκα λεπροὶ ἄκουσαν τί τοὺς εἶπε ὁ Κύριος καὶ ξεκίνησαν γιά τό χωριό, νά ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴ Του. Νά, ὅμως, ποὺ καθὼς βάδιζαν, ἡ λέπρα τους καθαρίστηκε, ἐξαφανίστηκε. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Κοίταξαν τὰ σώματά τους καὶ διαπίστωσαν πώς εἶχαν γίνει καθαροί, ὑγιεῖς. Κοίταζαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον κι ἔκαναν τὴν ἴδια διαπίστωση. Οἱ πληγές εἶχαν ἑξαφανιστεῖ.

Ποιός θὰ μποροῦσε νά πεῖ πώς τό θαῦμα αὐτό τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν νάλογο τῆς ἀνάστασης νεκρῶν; Ἄς ἐγκύψουμε βαθύτερα στό γεγονὸς πῶς, μ’ ἕνα Του λόγο, τὰ λεπρὰ σώματα πού τὰ εἶχε καταφάγει ἡ ἀρρώστια, ξαφνικὰ καθαρίστηκαν, ἔγιναν καλά. Ὅσο ἐμβαθύνει κανεὶς στό θαῦμα αὐτό, ἀναγνωρίζει κι ὁμολογεῖ πώς θνητός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν’ ἀρθρώσει τέτοιο λόγο. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νά προφέρει αὐτόν τόν θεραπευτικὸ λόγο, μέσα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα χείλη Του. Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ λόγος αὐτός βγῆκε ἀπὸ ἀνθρώπινα χείλη. Εἶναι σίγουρο ὅμως πώς προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια βάθη, ἀπ’ ὅπου κι ὁ λόγος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. «Αὐτός εἶπε καὶ ἐγενήθησαν».

Ἀναλογιστεῖτε πόση ἀπερίγραπτη ἀνακούφιση καὶ παρηγοριά νιώθουμε, ὅταν γνωρίζουμε σὲ πόσο δυνατό καὶ στοργικὸ Κύριο ἀνήκουμε! Αὐτός δίνει τοὺς νόμους τῆς φύσης, εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Δέν δημιουργηθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη φύση. Δέν εἴμαστε πλάσματα τῆς τύχης. Εἴμαστε πλάσματα Ἐκείνου πού δημιούργησε ὅλους τοὺς πρεσβυτέρους ἀδελφοὺς μας, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς ἀρχαγγέλους κι ὅλα τ’ ἀθάνατα ὄντα τοῦ οὐρανοῦ. Ἂν ὑποφέρουμε σ’ αὐτὴ τήν ζωή, Ἐκεῖνος γνωρίζει τό νόημα καὶ τόν σκοπὸ τῶν βασάνων μας.  λόγος Του εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τήν λέπρα, εἴτε σωματική εἶναι αὐτή εἴτε πνευματική. Τήν ὥρα πού πνιγόμαστε, τό σωστικὸ χέρι Του εἶναι κοντὰ μας. Τήν ὥρα πού πεθαίνουμε, μᾶς περιμένει στήν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τάφου.

Ἂς γυρίσουμε τώρα στήν διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου, στήν θεραπεία τῶν λεπρῶν. Ἂς ρίξουμε μιά ματιά στήν καθαρὴ ἀπεικόνιση τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ἀγνωμοσύνης. Τὶ ἔκαναν οἱ λεπροὶ αὐτοὶ ὅταν διαπίστωσαν πώς εἶχαν θεραπευτεῖ ἀπὸ τήν λέπρα τους; Μόνο ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει τόν Χριστό. Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ τράβηξαν τόν δρόμο τους. Οὔτε πού σκέφτηκαν νά γυρίσουν καὶ νά εὐχαριστήσουν τόν Εὐεργέτη καὶ Σωτήρα τους.

«Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τόν Θεόν. καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτός ἦν Σαμαρείτης». Ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος, μόλις εἶδε πώς εἶχε ἁπαλλαγεῖ ἀπὸ τήν φοβερὴ ἀρρώστια του, ἔνιωσε τὴν ψυχὴ του ν’ ἀνασαίνει ἀνάλαφρα. Ἡ πρώτη του σκέψη ἦταν νά τρέξει καὶ νά εὐχαριστήσει Ἐκεῖνον πού τόν ἔσωσε ἀπ’ αὐτὴν τήν φοβερὴ ἀθλιότητα. Λίγο νωρίτερα εἶχε κράξει, «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Τώρα ξανασήκωσε τήν φωνή του καὶ βροντοφώναξε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του κι ἀπὸ τὰ καθαρὰ χείλη του εὐχαρίστησε τόν Θεό. Δέν τοῦ ἔφτασε αὐτό ὅμως. Ἔτρεξε ἀμέσως νά βρεῖ τόν Εὐεργέτη του, νά τοῦ ἐκφράσει τίς εὐχαριστίες του. Μόλις ἔφτασε κοντὰ στόν Χριστό ἔπεσε μπροστὰ Του νά τόν προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα ὄχι μέ πονεμένα πόδια ἀπό τίς ἀνοιχτὲς πληγές, ἀλλά μέ πόδια θεραπευμένα καὶ ὑγιῆ. Εἶχε πιὰ ἕνα σῶμα τελείως ὑγιές, μιά καρδιά γεμάτη χαρά καὶ δυό μάτια γεμάτα δάκρυα.

Αὐτός ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά μᾶζα ἀπὸ πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε ἄνθρωπος. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν ἀπόβλητος ἀπὸ τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Τώρα ξανάγινε ἄξιο μέλος τῆς κοινωνίας τους. Στιγμὲς νωρίτερα ἦταν μιά θλιβερὴ σάλπιγγα πού ἠχοῦσε μονότονα μιά μόνο λέξη: «Ἀκάθαρτος!». Τώρα μεταβλήθηκε σὲ μιά θριαμβευτική σάλπιγγα πού ἀνέπεμπε εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στόν Θεό.

«Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος;». Πόσο εὐγενικὰ μέμφεται τοὺς ἀγνώμονες ὁ Κύριος! Ῥώτησε μόνο ἂν θεραπεύτηκαν κι αὐτοὶ καὶ γιατὶ δὲν γύρισαν νά τόν εὐχαριστήσουν. Δὲν ῥώτησε, βέβαια, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δέν ἤξερε ὅτι εἶχαν θεραπευτεῖ ὅλοι. Ὄχι. Γνώριζε πώς θὰ θεραπευτοῦν προτοῦ κἄν τοὺς δεῖ καὶ τοὺς συναντήσει. Ἔκανε ὅμως τὴν ἐρωτήση σὰν μιά εὐγενική ἐπίπληξη. Ἐμεῖς, ὅταν δίνουμε ἕνα νόμισμα σὲ κάποιον ἐπαίτη, ἐκνευριζόμαστε ἂν δὲ μᾶς εὐχαριστήσει. Σκεφτεῖτε τώρα πόσο θὰ ἐκνευριζόμασταν μέ τοὺς ἐννιὰ αὐτοὺς ἀνθρώπους, ἂν ὑποτεθεῖ πώς εἴχαμε τήν δύναμη καὶ τοὺς ἔχουμε θεραπεύσει ἀπὸ τέτοια φοβερὴ ἀρρώστια κι ἐκεῖνοι δὲν γύρισαν νά μᾶς ποῦν οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ.

Οἱ μέρες μας εἶναι γεμάτες ἀπὸ ὀργισμένους ἀνθρώπους ἐνάντια στούς ἀγνώμονες. Ὁ ἀέρας πού μᾶς περιβάλει εἶναι γεμάτος ἀπὸ μίση καὶ ὕβρεις πού ἐκστομίζονται ἀπὸ χείλη ἀνθρώπων καθημερινά, ἀπὸ φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός, πρὸς τοὺς ἀγνώμονες. Πόσο μικρὰ ὅμως εἶναι αὐτά πού κάνει ὁ ἄνθρωπος, σὲ σχέση μέ τὰ μέγιστα πού ἀκούραστα καὶ ἀδιάλειπτα κάνει ὁ Θεὸς γιά τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τήν στιγμή πού γεννήθηκαν ὡς τόν θάνατό τους! Ὁ Θεὸς ὅμως ποτὲ δὲ μέμφεται, ποτὲ δέν ὀργίζεται στόν ἀγνώμονα, ἀλλὰ τόν ἐπιπλήττει εὐγενικὰ καὶ ῥωτάει ὅσους τόν λατρεύουν στόν ναό: «Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Δέν ἔδωσα τὴν ὑγεία σὲ χιλιάδες; Γιατὶ βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στόν ναό Μου; Δὲν δίνω τό φῶς τοῦ ἡλίου σὲ ἑκατομμύρια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγες ἑκατοντάδες οἱ εὐγνώμονες; Δέν ὀμόρφηνα τοὺς ἀγρούς, δέν τοὺς γέμισα μέ πλούσια σοδειά, μὲ κάθε χόρτο γιά τὰ κοπάδια; Γιατὶ εἶστε μόνο λίγοι ἐσεῖς πού γονατίζετε μέ εὐχαριστία μπροστά Μου; Ποῦ εἶναι τὰ ἄλλα παιδιά Μου; Ποῦ εἶναι οἱ ἰσχυροί, ποῦ οἱ ἐπιτυχημένοι πού πλούτισαν ἀπὸ τὰ πλούτη Μου καὶ πέτυχαν χάρη στό ἔλεός Μου; Ποῦ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι πού ἀντλοῦν τὴν ὑγεία καὶ τὴν εὐτυχία ἀπὸ τήν δική Μου πηγή; Ποῦ εἶναι οἱ γονεῖς πού τὰ παιδιὰ τους τὰ βοηθάω νά μεγαλώσουν καὶ νά γίνουν δυνατοί; Ποῦ εἶναι οἱ δάσκαλοι πού τοὺς χορηγῶ σοφία καὶ γνώση; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἄρρωστοι πού θεράπευσα; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ πού καθάρισα τίς ψυχὲς τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, σὰν νὰ ἦταν ἀπὸ λέπρα;». Ποῦ εἶναι!

Προσέξτε, «εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὖτος»! Μόνο αὐτός γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει. Εἶναι ὅμως κανένας ξένος, ἀλλογενής, στόν Χριστό; Δέν ἦρθε γιά νά σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὄχι μόνο τοὺς Ἰουδαίους; Οἱ Ἰουδαῖοι ὑπερηφανεύονταν ἐπειδὴ ἦταν ὁ «περιούσιος», ὁ ἐκλεκτός λαὸς τοῦ Θεοῦ, πὼς εἶχαν γνώση τοῦ Θεοῦ, πὼς ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη ξεπερνοῦσαν κάθε ἄλλο ἔθνος στή γῆ. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα παράδειγμα πού φανερώνει τό σκότος τοῦ μυαλοῦ τους καὶ τήν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους. Ἕνας Ἀσσύριος, εἰδωλολάτρης, εἶχε πιὸ φωτισμένο μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγενικὴ καρδιά ἀπὸ τοὺς αὐτοθαυμαζόμενους Ἰουδαίους. Ἡ ἱστορία αὐτή μέ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἢ τοὺς μὴ ἐκλεκτούς, δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται καὶ στίς μέρες μας. Καὶ σήμερα κάποιοι ..."εἰδωλολάτρες" ἔχουν πιὸ ἀνοιχτό μυαλὸ καὶ πιὸ εὐγνώμονα καρδία πρὸς τόν Θεὸ. 

Ἡ περικοπὴ τελειώνει μέ τὰ λόγια τοῦ Σωτήρα μας πρὸς τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη: «Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Προσέξτε τήν μεγαλοσύνη τῆς ταπείνωσης τοῦ Κυρίου, τὴν ἀρχοντιὰ Του! Ὁ ἴδιος χαίρεται νά ὀνομάζει τοὺς ἀνθρώπους συνεργάτες Του, στά μέγιστα καὶ καλὰ ἔργα Του. Θέλει ἔτσι νά ἐνισχύσει τό ἠθικὸ τῆς ταπεινωμένης καὶ ὑποτιμημένης ἀνθρωπίνης ὕπαρξης. Εἶναι ὑπεράνω τῆς ἀνθρωπίνης ὑπερηφάνειας καὶ ματαιότητας καὶ θέλει νά μοιράσει τήν δική Του ἀξία μέ ἄλλους, τὰ πλούτη Του μέ τοὺς φτωχούς, τήν δόξα Του μέ τοὺς ἀπόρους καὶ τοὺς θλιμμένους.

Ὁ Χριστός δέν λέει, «Ἐγὼ σὲ ἔσωσα», ἀλλὰ «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στά λόγια αὐτά! Πόσο μεγάλη εἶναι γιά ὅλους μας ἡ διδαχὴ Του! Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἐπίπληξη στήν ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια κι ὑπερηφάνεια! 

 

 

Μέ ἀδελφική ἀγάπη, 

 Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης 

 
 
*Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός
ριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
Μεταδιδακτορικός ρευνητής 
HARVARD & M.I.T. 
 
Δοκιμιογραφεί ρασιτεχνικῶς 
& διακονεί φιλοκερδς.
 
"...ὃς ἐάν θέλῃ, ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, 
ἔσται ὑμῶν Διάκονος" (κ. Ματθαίον 20,26).
 
------------------------ 
  
Γιά τή διαμόρφωση το Δοκιμίου 
χρησιμοποιήθηκαν δάφια  
πό Ἰερά Εὐαγγέλια,
ποστολικές Ἐπιστολές
& Πατερικά Κείμενα. 
 
Λήφθησαν ἀποσπάσματα
πό τήν ἑλληνική & διεθνή 
ἀρθρογραφία & βιβλιογραφία,
& ἀντλήθηκαν στοιχεία & εἰκόνες
από ἔγκριτες διαδικτυακές πηγές.